Ελληνική Παιδεία και νεοελληνική διαστροφή


Τη χρονιά που επρόκειτο να παρελάσει ως σημαιοφόρος ο αλβανοαρριβίστας Οδυσσέας Τσενάι, ανέκυψαν πολλές δικαιολογημένες αντιδράσεις από Έλληνες γονείς και μαθητές, αντιδράσεις οι ...οποίες δικαιώθηκαν ηθικά και εθνικά από την περαιτέρω πορεία του εν λόγω αλβανού. Όμως ο τότε πρόεδρος της δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος, λαμβάνοντας υποστηρικτική θέση ως προς το «φυσικό» δικαίωμα του Τσενάι να φέρει την Ελληνική σημαία, χρησιμοποίησε το ...
 
γνωστό «επιχείρημα»: «Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ελληνικής παιδείας όπως είπε ο Ισοκράτης». Ύστερα από αυτή την αισχρή και στρεβλωτική δήλωση (όπως θα αποδείξουμε στη συνέχεια), οι «προοδευτικοί» πένητες του πνεύματος απέκτησαν μία νομιμοποιημένη πρόσβαση στο απαγορευμένο για το διανοητικό τους επίπεδο και τις ισοπεδωτικές ιδέες τους, αρχαίο πνεύμα. Ακολούθησε, ως συνήθως, το στάδιο του μιμητισμού, κατά το οποίο σύσσωμο το προοδευτικό σκυλολόι επαναλάμβανε αγκιτατόρικα  την «ελληνικότητα των μετεχόντων της ελληνικής παιδείας». Υπήρξαν κάποιες φωνές που έκαναν εκκλήσεις για λογική, αν όχι για την αποκατάσταση της αλήθειας, όμως προσέκρουσαν στα κοινωνικοπολιτικά στεγανά και απομονώθηκαν. Αμέσως δε οι «εξυπνάκηδες» του συρμού, έχοντας βήμα σε ΜΜΕ και τύπο έσπευσαν να δικαιολογήσουν τα άδικα με φθηνά γλωσσικά και προπαγανδιστικά τερτίπια. Εδώ δεν θα ασχοληθούμε με δαύτους, αλλά θα δώσουμε μία ολοκληρωμένη και τελειωτική απάντηση στο θέμα, ώστε να μην ξανασυζητηθεί.
Η επίμαχη φράση του Ισοκράτη, τμήμα του Πανηγυρικού είναι η εξής: «Τοσούτον δ’ απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ’ οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας, ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντα».
Η επίσημη μετάφραση είναι : « Τόσο πολύ ξεπέρασε η πόλη μας όλους τους άλλους στην πνευματική ανάπτυξη και στην τέχνη του λόγου, ώστε οι δικοί της μαθητές έγιναν δάσκαλοι στους άλλους. Το όνομα πάλι Έλληνες έφτασε να μην συμβολίζει πλέον την καταγωγή, αλλά την καλλιέργεια του πνεύματος, και Έλληνες να ονομάζονται πιο πολύ όσοι δέχτηκαν τον τρόπο της δικιάς μας αγωγής και μόρφωσης, παρά αυτοί που έχουν την ίδια με εμάς καταγωγή». Δηλαδή πρόκειται για έναν ύμνο στα πνευματικά κατορθώματα της πόλης των Αθηνών έναντι των άλλων Ελληνικών πόλεων και δεν έχει καμία σχέση με τις ανοησίες περί «ελληνικότητας των μετεχόντων της Ελληνικής παιδείας».
Ο σκοπός που συνετάχθη ο Πανηγυρικός από τον Ισοκράτη ήταν η ένωση όλων των Ελληνικών πόλεων υπό την ηγεμονία των Αθηνών και η από κοινού εκστρατεία κατά των βαρβάρων. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος είχε αποδυναμώσει όλες τις ελληνικές πόλεις και ο Ισοκράτης υπέφερε όταν βίωνε αυτό τον αδελφοκτόνο πόλεμο. Απευθυνόμενος σε όλους τους Έλληνες, τους καλεί σε ένωση, και εξηγεί τους λόγους που η Αθήνα, η πόλη του, δικαιούται ιστορικά και πολιτιστικά την πρωτοκαθεδρία έναντι των νικητών Σπαρτιατών. Ο Ισοκράτης αναφερόταν σε Έλληνες και μόνον. Οι μετέχοντες της ελληνικής παιδείας, είχαν ως προϋπόθεση την Ελληνική καταγωγή.
Στα εδάφια 34, και 35 του Πανηγυρικού, (τα οποία βεβαίως αποσιωπώνται) ο Ισοκράτης αναφέρει: «Τα ίδια πάλι χρόνια η πόλη μας έβλεπε τους βαρβάρους να κατέχουν το πιο μεγάλο μέρος όλου του κόσμου τότε, την ώρα που οι Έλληνες ασφυκτικά κλεισμένοι σε έναν τόπο στενό, από έλλειψη ακριβώς ζωτικού χώρου, επιβουλεύονταν ο ένας τον άλλον και έκαναν μεταξύ τους εκστρατείες, με αποτέλεσμα άλλοι να χάνονται από την πείνα και άλλοι από τον πόλεμο. Μπροστά σε μία τέτοια κατάσταση δεν ήταν βέβαια δυνατόν να αδιαφορήσει (η Αθήνα). Έστειλε στις διάφορες πόλεις αρχηγούς, παράλαβαν τους πιο φτωχούς, έγιναν στρατηγοί τους και νίκησαν με τα όπλα τους βαρβάρους. Ίδρυσαν ύστερα πόλεις πολλές στις δύο ηπείρους, αποίκησαν όλα τα νησιά και έσωσαν έτσι τους συντρόφους τους, μα και όσους είχαν μείνει πίσω στην Πατρίδα». Για όσους δεν κατάλαβαν, ο Πανηγυρικός ήταν μία εθνικιστική ομιλία, η οποία προέτρεπε τους απανταχού Έλληνες, υπό την ηγεμονία των Αθηνών, να εφαρμόσουν τη θεωρία του ζωτικού και μείζονος χώρου. Να εκδιώξουν ή και να εξουδετερώσουν τους βαρβάρους (και όχι βέβαια να τους ελληνοποιήσουν διά της παιδείας) από τις περιοχές γεωπολιτικού ενδιαφέροντος, ώστε να εποικιστούν από Έλληνες.
Αλλά ποια είναι η άποψη του Ισοκράτη (  και των συγχρόνων του) για τους μη Έλληνες; Το εδάφιο 67 του Πανηγυρικού ξεκαθαρίζει την κατάσταση: «Οι Θράκες λοιπόν, οι Σκύθες και οι Πέρσες είναι τα πιο πολεμικά από τα βαρβαρικά έθνη και έχουν την πιο μεγάλη δύναμη. Όλοι αυτοί τα βάλανε μαζί μας και η πόλη αντιμετώπισε σκληρούς αγώνες εναντίον τους. Τι θα απομείνει τώρα ως επιχείρημα σε αυτούς που υποστηρίζουν το αντίθετο, αφού θα αποδειχθεί ότι όσοι από τους Έλληνες αποζητούσαν να βρουν το δίκιο τους σε εμάς κατέφευγαν για προστασία; Και όσοι από τους βαρβάρους είχαν σκοπό να υποδουλώσουν τους Έλληνες πρώτα τα έβαζαν μαζί μας;». Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί ο Ισοκράτης για να καταστήσει την άποψή του αποδεκτή, μας πληροφορούν πέρα από κάθε αμφισβήτηση για τις αντιλήψεις των Ελλήνων για τους αλλόφυλους. Θράκες, Σκύθες και Πέρσες είναι βάρβαροι. Ποια είναι η σχέση των Ελλήνων με αυτούς; Ο πόλεμος.
Συμβουλεύουμε τους οπαδούς του ισοπεδωτισμού, ανεξάρτητα από την ιδεολογική απόχρωση που πρεσβεύουν να μην ασχολούνται με τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό, γιατί αποτελεί ένα πεδίο αντιλήψεων εναρμονισμένο με την αλήθεια, τη γνώση και τη φύση. Δηλαδή ένα πεδίο εχθρικό προς αυτούς και τις διαρκώς συρρικνούμενες ευτελείς ιδεοληψίες τους.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ  ΚΟΥΔΟΥΝΑΣ