Φορητός οπλισμός, αυτοάμυνα και νομοθεσία


Αν η υποκρισία δεν είχε οριστεί από τις βιβλικές κιόλας ημέρες, τον ορισμό της θα τον έδινε η ερώτηση βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, σχετικά με τις αιτήσεις για τις άδειες οπλοφορίας.
Οι συριζαίοι, μεταξύ των οποίων και ο γνωστός πατέρας εμπλεκόμενου με την τρομοκρατία "ανθού"...



της ελληνικής κοινωνίας, συσχετίζουν την αύξηση των αιτήσεων  για άδεια οπλοφορίας, με τη δράση ακροδεξιών ομάδων και με θύλακες πολιτοφυλακής! Αυτά, την ίδια στιγμή που τα μόνα όπλα που έχουν κατά δεκάδες ανευρεθεί όποτε η αστυνομία σύρεται για λόγους μικροκομματικούς  στην έρευνα «ελευθεριακών χώρων»,  είναι τα όπλα που χρησιμοποιεί η άκρα αριστερά και η  επίσημη πλέον κοινοβουλευτική της εκπροσώπηση κατά δήλωση βουλευτή τους. Οι δεκάδες τρομοκρατικές ενέργειες που έχουν διαχρονικά εκτελεστεί στην Ελλάδα από οργανώσεις-σφραγίδες, πείθουν ότι η βία και η τρομοκρατία, δηλαδή η οπλοκατοχή και η οπλοχρησία, είναι αποκλειστικό σπορ των ακροαριστερών. Είναι επομένως προφανές ότι η απέλπιδα προσπάθεια που καταβάλλεται από όλον αυτό τον συρφετό (εντός και εκτός Κοινοβουλίου) να πειστεί η κοινή γνώμη ότι «ετοιμάζεται στάση» από «ακροδεξιούς», είναι γελοία, όσο και οι εμπνευστές της.
Τα χιλιάδες καλάσνικωφ που ελεύθερα χρησιμοποιούνται από εγκληματίες ακόμα και για ληστείες περιπτέρων, τα σπαθιά και τα μαχαίρια που ανεξέλεγκτα κυκλοφορούν για να λυθούν διαφορές μεταξύ τριτοκοσμικών, τα πιστόλια με τα οποία οι ρομά προστατεύουν το εμπόριο ναρκωτικών στα γκέτο του Δένδια στις παρυφές της πρωτεύουσας, προφανώς δεν τους λένε τίποτα. Επομένως, το ζήτημα που τίθεται δεν είναι αν εμείς οι Εθνικιστές, είμαστε υπέρ ή κατά της οπλοκατοχής. Είναι επί της ουσίας, τι εκφράζει σήμερα στην Ελλάδα ο νόμος περί οπλοκατοχής, ποιους ευνοεί και αν είναι θεμιτή μια τροποποίησή του, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στα νέα κοινωνικά δεδομένα.
Η πρόχειρη και εν πολλοίς άτυπη  αντιμετώπιση που επιφυλάσσει η Πολιτεία στο πλέγμα των διατάξεων που αφορούν την προσωπική άμυνα, εν καιρώ ειρήνης, αποδεικνύει περίτρανα για ακόμα μια φορά την καθεστωτική ηγεμονία της αριστεράς στον κοινωνικό διάλογο και στη θεσμοθέτησή του, μέσω των ποινικών διατάξεων που αποκρυσταλλώνονται ως νόμοι. Και αυτό το υποστηρίζω, επειδή πότε μέχρι σήμερα, ελέω αριστεράς, δεν έχει διεξαχθεί ένας σοβαρός διάλογος με επιχειρήματα, σχετικά με τη δυνατότητα που (πρέπει να) παρέχει ο νόμος στον πολίτη να αμύνεται ενόπλως, σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπου η προσωπική άμυνα, υπό προυποθέσεις, εντάσσεται στον σκληρό πυρήνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Παρά το γεγονός ότι οι ειδικές διατάξεις «για τη ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες και εκρηκτικούς μηχανισμούς», δεν είναι παλιές (Ν. 2168/1993), απηχούν την ιδεολογική και κοινωνική συνθήκη μιας Ελλάδας, που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Εκφράζουν δηλαδή τις παραδοχές μιας ομοιογενούς και εν πολλοίς κλειστής κοινωνίας που αναπτύχθηκε στο πρότυπο της μεταβιομηχανικής αστικής οικονομίας, με διακριτούς θεσμικούς ρόλους για τα μέλη της και μάλιστα, χωρίς τις παθογένειες που κληροδοτήθηκαν στην αποικιοκρατική Ευρώπη από την πρόσμιξή της με αλλογενή στοιχεία (Αγγλία, Γαλλία, Κάτω Χώρες). Το πλέγμα των διατάξεων συμπληρώνεται από τις βασικές προβλέψεις του ποινικού κώδικα για την άμυνα (άρθρο 22 ΠΚ), το οποίο έχει συνήθως εφαρμογή σε κάθε περίπτωση χρήσης όπλου από πολίτη, που το κατέχει νόμιμα ή παράνομα. Αποκωδικοποιώντας τις σχετικές διατάξεις διαπιστώνουμε ότι στον επίμαχο νόμο έχει σωρευτεί το σύνολο των γνωστών όπλων και μάλιστα ονομαστικά στις περισσότερες περιπτώσεις, περιλαμβάνοντας και "όπλα" τα οποία ουδέποτε θα θεωρούνταν τέτοια υπό μια λογική  εξέταση. Τέτοια για παράδειγμα είναι τα ψαροντούφεκα (!), οι σιγαστήρες  (μόνοι τους!), οι σκοπευτικές διόπτρες, ακόμα και οι απομιμήσεις όπλων (δηλαδή τα ψεύτικα), υπό προυποθέσεις. Με την απαρίθμηση αυτή αποδεικνύεται αν μη τι άλλο ο ιδεολογικός "τρόμος" του νομοθέτη έναντι της απεχθούς για εκείνον ιδέας της "οπλοκατοχής",  που τον οδηγεί στην σπουδή να περιλάβει όσο το δυνατόν περισσότερες περιπτώσεις στη διάταξη, ώστε να αποκλείσει κάθε ενδεχόμενο ελεύθερης χρήσης, κατοχής ή εμπορίας αντικειμένων που έστω και διασταλτικά μπορούν να συσχετιστούν με την έννοια του όπλου.
Είναι μια φοβία που διαπερνά το σύνολο του νομοθετήματος, που απηχούσε μάλλον την αποστροφή της ιδεολογικά κυρίαρχης αριστεράς έναντι της αυτοάμυνας, παρά το έννομο αγαθό της κοινωνικής ασφάλειας στο οποίο οφείλει να προσβλέπει δικαιοπολιτικά ο εν λόγω νόμος. Εξ ού και η "αγαστή" συνεργασία του με τη διάταξη του ΠΚ ( του έτους 1952 που απηχεί προφανώς μια πολύ παρωχημένη όσο και κοινωνικά ασφαλή Ελλάδα), σύμφωνα με την οποία "Άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο, για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον του". Χωρίς να προχωρήσουμε σε τεχνική ανάλυση, που προφανώς δεν θα ενδιέφερε τους μη νομικούς, αξίζει να επισημάνουμε αφενός την έννοια της "παρούσας επίθεσης" και αφετέρου της "αναγκαίας προσβολής" του επιτιθέμενου, για να κατανοήσουμε τους περιορισμούς που εισάγει ο ποινικός νόμος στην άμυνα. Έτσι, "παρούσα επίθεση"  θεωρείται μόνο η επίθεση που δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί και βρίσκεται στην εξέλιξή της (πχ ο δράστης έχει αρχίζει και χτυπάει και συνεχίζει τα χτυπήματα, ο δράστης έχει πυροβολήσει και συνεχίζει να πυροβολεί κ.ο.κ.),  επομένως δεν νοείται άμυνα κατά επιτιθέμενου που έχει υποχωρήσει ή ακόμα περισσότερο άλλη στιγμή (πχ άλλη μέρα) παρά μόνο όταν επιτίθεται. Αντίστοιχα, ο όρος "αναγκαία προσβολή" θέτει τα θεμέλια ενός περαιτέρω περιορισμού στην άμυνα, αφού ως τέτοια θεωρείται μόνο η άμυνα που είναι "αναγκαία" (δηλαδή κατάλληλη για την συγκεκριμένη περίπτωση και όχι γενικά) καθώς και όποια δεν υπερβαίνει σε βαρύτητα το μέτρο της επίθεσης (πχ, δεν είναι νόμιμη η άμυνα που προβάλλει κάποιος με όπλο κατά ενός που επιτίθεται με μαχαίρι, δεν είναι νόμιμη η άμυνα ενός που χτυπάει στο κεφάλι κάποιον που θα μπορούσε να τον αποτρέψει χτυπώντας τον στο πόδι(!) κ.ο.κ).
Το τραγελαφικό της νομοθεσίας περί άμυνας, έχει οδηγήσει επανειλημμένως σε κωμικές δικαστικές αποφάσεις, στις οποίες το θύμα μετατρέπεται σε θύτη, όπως η μοναδικής ηλιθιότητας νομική κατασκευή που έγινε δεκτή στη χώρα μας πρόσφατα, σύμφωνα με την οποία έγινε δεκτή μήνυση του ληστή οικίας κατά ιδιοκτήτη που τον πυροβόλησε κατά τη διάρκεια της "μπούκας", επειδή δήθεν ο τελευταίος "υπερέβη το αναγκαίο μέτρο της άμυνας" ! Επανερχόμενοι στο ζήτημα των όπλων, οφείλουμε να συμπληρώσουμε ότι πέραν της περιπτωσιολογίας, θεωρείται ως όπλο "κάθε μηχάνημα το οποίο με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα ή χημικές ουσίες ή ακτίνες ή φλόγες ή αέρια και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά και ιδίως κάθε πυροβόλο όπλο, χειροβομβίδα και νάρκη κάθε τύπου, όπως και κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα ανωτέρω αποτελέσματα." Αντίστοιχα λοιπόν και σε συνέπεια των ανωτέρω νομικών παραδοχών, απαγορεύεται (άρθρο 6 Ν. 2169/93) η εμπορία και η διάθεση όπλων με σοβαρές ποινές (φυλάκιση έως 5 ετών και διόλου ευκαταφρόνητες χρηματικές ποινές), καθώς και η οπλοφορία, πλην εξαιρέσεων που αφορούν σώματα ασφαλείας και ειδικές κατηγορίες.
Επί της ουσίας, η έκδοση άδειας οπλοφορίας για άμυνα από πολίτη είναι σχεδόν απαγορευτική για τον πολίτη, αφού οι προυποθέσεις και οι όροι που τίθενται από το νόμο (άρθρο 10) καθώς και η σχολαστική εφαρμογή του από την ΕΛ.ΑΣ για ευνόητους λόγους, λειτουργεί όχι μόνο αποτρεπτικά αλλά και απαγορευτικά για οποιονδήποτε επιθυμεί να οπλοφορεί, έστω και αν κινδυνεύει πραγματικά. Μάλιστα, κατά γελοίο τρόπο, η Πολιτεία, προτιμά να διαθέτει σε όσους αποδεδειγμένα κινδυνεύουν μερικούς αστυνομικούς για συνοδεία από τους πολλούς που έχει (με δικό μας κόστος), από το να επιρρίψει την ευθύνη της αυτοάμυνας στον ίδιο τον ενδιαφερόμενο, με δικό του κόστος! Προτιμά έτσι στο όνομα της "κοινωνικής ειρήνης" ή σε όποιο άλλο ανύπαρκτο αγαθό έχει προαγάγει σε ψευδο-έννομο, να παρέχει την κοινωνικά κατακριτέα (και απρόσφορη) "προστασία" από  μερικούς απρόθυμους και ανεκπαίδευτους νεανίες στον ενδιαφερόμενο, από το να του αναθέσει την ευθύνη της δικής του προστασίας. Η προφανώς αλυσιτελής και σήμερα ανεδαφική και επικίνδυνη αντιμετώπιση σύσσωμης της σχετικής νομοθεσίας, των νέων προκλήσεων της ελληνικής κοινωνίας (εισαγόμενη βαριά εγκληματικότητα, λαθρομετανάστευση, δραστηριοποίηση εγκληματικών οργανώσεων βαριάς και ελαφράς εγκληματικότητας, αδυναμία διωκτικών μηχανισμών, κορεσμός φυλακών κλπ), καθιστά όλο των πλέγμα των διατάξεων που αναπτύξαμε καθώς και άλλων συναφών που διαπερνούν οριζόντια την ελληνική νομοθεσία, ως πλήρως ακατάλληλο, που χρήζει άμεσης ανάγκης τροποποίησης.
Προτάσεις έχουν διατυπωθεί πολλές διαχρονικά, αλλά όλες τους,ακολουθώντας την κακοδαιμονία της ελληνικής διοίκησης και της ανευθυνότητας των πολιτικών ηγεσιών,  έχουν αποτελέσει περιττό βάρος στα ντουλάπια των συναρμοδίων υπουργείων. Αν κάποιος, επομένως ρωτούσε εν κατακλείδι, τι απαιτείται άμεσα για την αλλαγή της ισχύουσας σχετικής νομοθεσίας, η απάντηση θα ήταν μία: Πολιτική βούληση και κοινός νους, που μπορεί να οδηγήσει μόνο στην κατεύθυνση της αυστηροποίησης των σχετικών διατάξεων. Επιγραμματικά, στην πλήρη αναθεώρηση της αναχρονιστικής νομοθεσίας περί άμυνας του ποινικού κώδικα και στη θεώρηση της οπλοφορίας ως ατομικού δικαιώματος, έτσι ώστε, υπό τις κατάλληλες δικλείδες, να τονωθεί το έννομο αγαθό της ατομικής ασφάλειας, που διακυβεύεται επικίνδυνα με τους παράλογους αναχρονιστικούς ακροβατισμούς της ελληνικής Πολιτείας.